Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

1906:ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ



ΜΕΡΟΣ Α’

Προκειμένου να μεταβεί κανείς εις Δελφούς, ευρισκόμενος εις Ιτέαν, ουδέ καν έχει δικαίωμα να συζητήσει με τον εαυτόν του αν πρέπει να μεταβεί ή όχι.
Τι είναι οι Δελφοί διά τον Έλληνα, το αισθανόμεθα όλοι. Είναι η Ιερουσαλήμ του αρχαίου κόσμου, και τα ρείθρα της Κασταλίας πηγής, είναι ότι τα ρείθρα του Ιορδάνου. Τα νάματα του ποταμού της Ιουδαίας ήσαν το ιερόν βάπτισμα των ψυχών, τα νάματα της πηγής των Δελφών ήσαν το ιερόν βάπτισμα των πνευμάτων.

Εις την εκδρομήν αυτήν υπήρξα κατ’ εξοχήν τυχερός, διότι ευρήκα αλησμόνητον σύντροφον.

Εις την Ιτέαν ανεκάλυψα μετά πολυετή εξαφάνησιν εκ του ορίζοντος των Αθηνών, παλαιόν φίλον, γνωστότατον εις την γηράσκουσαν ήδη σφριγηλήν εκείνην νεολαίαν του 1880-90, διά την αγαστήν ζωηρότητα, αλλά και την ευγένειαν του χαρακτήρος και την αγαθότητα αυτού τον κ. Ιάκωβον Κόκκον, υπηρετούντα από ετών ως τελώνην Ιτέας, εξάδελφον δε του αειμνήστου ποιητού Δημητρίου Κόκκου.

Δεν θα τον σκιαγραφήσω δια μακρών, διότι δεν θέλω να νομισθεί, ότι αναλαμβάνω να τον ρεκλαμάρω, ανταποδίδων ούτω τας φιλικάς περιποιήσεις του. Αλλά τούτο δεν είναι και λόγος βέβαια ν΄αδικήσω την ικανότητά του και προ πάντων την χαρακτηριστικήν αξιοπρέπειαν και την περιωπήν, εις την οποίαν διατηρεί την δημόσιαν θέσιν του.

***
Ο κ. Κόκκος είναι η ψυχή της Ιτέας, και λέγων ψυχήν της Ιτέας εννοώ, την ψυχήν ολοκλήρων τριών επαρχιών, των οποίων η Ιτέα είναι το εμπορικόν επίνειον. Ουδαμού είδα τελώνην επιβαλλόμενον τόσον, όσον τον Κόκκον εις τους κατοίκους της Ιτέας και των πέριξ. Ένα είδος αρχινομάρχου, επιβαλλομένου μάλλον δια της θέσεώς του. Δεν γνωρίζω δε αν θα ήτο προς ζημίαν ή προς όφελός του η βεβαίωσις, ότι εκ καταλληλότερον πρόσωπον δεν ηδύνατο να λεγή διά την θέσιν ταύτην. Και η βεβαίωσις αυτή έχει σπουδαίον λόγον. Διότι κατ΄έτος αποβιβάζονται εις Ιτέαν εκατοντάδες περιηγητών, επισκεπτομένων τους Δελφούς, το δε τελωνείον εκείνο πρέπει να διευθύνεται από άνθρωπον κατέχοντα όλα τα προσόντα της ευπρεπείας και της ευγενείας, ώστε να μη παρέχει εις τους ξένους εντύπωσιν βαρβαρότητος. Και προς τούτο η εκλογή του κ. Κόκκου αποτελεί αρίστην επιτυχίαν.

***
Αναχωρούμεν λοιπόν, επί δυο ίππων ανυποφόρων με τον φίλο μου Κόκκον και ανερχόμεθα προς τους Δελφούς.

Η οδός κατ’ αρχάς βαίνει ομαλή διά μέσου του πλουσίου ελαιώνος της Αμφίσσης, αλλά τούτο δεν διαρκεί επί πολύ. Την ομαλήν οδόν διαδέχεται οδός ανωφερής, άγουσα προς το χωρίον Χρυσόν, του οποίου αι λευκαί οικίαι επί της κορυφής λόφου, αποτελούντος τρόπον τινά έρεισμα υπερκειμένου βουνού, φαίνονται χαριέστατα διεσπαρμέναι ή μάλλον κολλημέναι επί των κλιτύων.
Εις το Χρυσόν σταματώμεν εις μικράν και στενήν πλατείαν, πλαγίως της οποίας υψούται θολωτή και πελωρία πολύκρουνος βρύσις, έναντι δε και εις το βάθος φαίνεται η οικία του ιατρού κ. Μιταυτσή, πατρός του διακεκριμένου νευρολόγου κ. Τηλεμάχου Μιταυτσή. Το Χρυσό είναι και η πατρίς των αδελφών Γαζή.

Από του σημείου τούτου και εφ’ όσον ανερχόμεθα αρχίζει η μαγεία των τοποθεσιών.

Προχωρούμεν επί της κλιτύος ατελευτήτου βουνού, παραλλήλως προς κλιτύν ετέρου βουνού, από της οποίας χωριζόμεθα διά τεραστίας χαράδρας. Το βουνόν το ιδικόν μας καταυγάζεται από τον ήλιον. Το άλλο ευρίσκεται βυθισμένον εις μιαν μυστηριώδη σκιάν, η οποία του δίδει την όψιν της τέφρας, εδώ ο χρυσός, εκεί η τέφρα. Θα έλεγέ τις ότι το εν συμβολίζει την δόξαν και το άλλο την ματαιότητα το εν μειδιά, το άλλο χλευάζει.

Και εις το μέσον μια χαράδρα, απότομος εκατέρωθεν, χλευάζουσα και τους δυο υπερκειμένους και αντιπάλους όγκους. Εάν είχε φωνήν, θα έλεγε βεβαίως προς αμφοτέρους:
- Αντίζηλοι ανόητοι! Μιαν ημέραν εις την αγκάλην μου θα καταρρεύσητε και οι δυο!

***
Και όλο ανερχόμεθα….

Εκεί δεξιά εις το βάθος, ένθα χωρίζονται δι’ άλλης χαράδρας, βραχώδους αυτής και αυχηράς, με ειδοποιεί τέλος ο συνοδοιπόρος μου ότι ευρίσκεται το περίφημον Μαντείον. Αλλά, μολονότι φαίνεται πλησίον, ευρισκόμεθα ακόμη πολύ μακράν αυτού. Αυτή είναι η ψυχολογία του Μεγαλείου: να νομίζεις ότι το έχεις προσεγγίση, ότι δεν μένει παρά να τείνης την χείρα και να το θίξεις και όμως να ευρίσκεται εις ανυπολόγιστον απόστασιν από σου!

Ο διαρκής ανήφορος, και η πνοή των ασθμαινόντων ίππων, με κάμνουν να εννοήσω διότι οι αρχαίοι επεζήτησαν το βραχώδες και απρόσιτον εκείνο μέρος, δια να κρύψουν εν μυστήριον.

Φαντασθήτε το Μαντείον των Δελφών ανεγειρόμενον εις την παραλίαν, προσιτόν εις πάντα πόδα και εις πάντα οφθαλμόν από πού θα ήντλει το μυστήριον εις την επιβολήν του; Η μειδιώσα της θαλάσσης ανταύγεια θα απεκάλυπτεν εξ αποστάσεως ότι καλύπτει και εκ του πλησίον ακόμη η σκιερά σκυθρωπότης του βράχου.

Τούτο το αισθάνομαι πλειότερον παρ’ όσον το εννοώ, εφ’ όσον ανέρχομαι και εφ’ όσον νομίζω ότι προσεγγίζω προς τα ιερά του Απόλλωνος και προς τα άδυτα των Πυθιών.

***
Τέλος πάντων φθάνομεν εις τους Δελφούς, δηλαδή εις το νέον χωρίον των Δελφών, διότι το Μαντείον κρύπτεται ακόμη. Μας χρειάζεται μια καμπή βραχώδους προεξοχής και αποφασίζω να μη την παραβιάσω ακόμη.

Αφού η φύσις και το ανθρώπινον πνεύμα εσυνδιάσθησαν εδώ δια να επιβλυθώσιν, έγκλημα θα ήτο να ρίψη κανείς αποτόμως την αυλαίαν και ν’ αποκαλύψη δια μιας το μυστήριον, χωρίς να το αισθανθεί εμποτίζον ολίγον κατ’ ολίγον την ψυχήν του.

Άλλως τε η μεσημβρία, η οδοιπορία, ο παγωμένος αλλά καθαρός αήρ, επέβαλλον άλλην φροντίδα, προηγουμένην των ωραίων ψυχικών απολαύσεων: την χυδαίαν απόλαυσιν του στομάχου.

Και προς τούτο παρενετέθη μεταξύ ημών και του Μαντείου η αγαστή κουζίνα του κυρ Βασίλη Παρασκευά, διευθυντού και ιδιοκτήτου του ξενοδοχείου της Γαλλίας.

Δεν θα φανεί παράδοξον βεβαίως ότι εις τας κλιτύας του Παρνασσού και επί απροσίτων βράχων υπάρχει κομψόν, ευπρεπές και άνετον ξενοδοχείον, φέρον τίτλον ευρωπαϊκόν και γραμμένον μάλιστα εις όλας τας γλώσσας του κόσμου, αφού υπό την στέγην του φιλοξενείται πανσπερμία περιηγητών. Υπάρχει και άλλο ξενοδοχείον, αλλά το της Γαλλίας υπερέχει, ο δε κυρ Βασίλης υπερέχει και αυτού εις την φιλοξενίαν και εις την προθυμίαν.

Ένα μόνον ελάττωμα έχει ο κυρ Βασίλης, το οποίον παρουσιάζει βεβαίως όχι αγαστήν αντίθεσιν προς το κάλλος του Αντινόου, περί ου θα ομιλήσω: Ότι είναι πολύ άσχημος άνθρωπος, αλλά η μορφή του φαίνεται ότι κάτι αόριστον έχει απορροφήσει από το αρχαίον κάλλος, διότι δεν είναι ανυπόφορος. Και αν δεν έχει πάρει τίποτε από τον Απόλλωνα, βεβαίως όμως κάτι έχει πάρει από τον Πύθωνα!

Φαντασθήτε τον κ. Μιστριώτην ξανθόν και εις επίμετρον αλλοίθωρον!
Αλλ’ οφείλω να το επαναλάβω και πάλιν: ο κυρ Βασίλης Παρασκευάς είναι θαυμάσιος άνθρωπος, και αν έχει τον Πύθωνα εις την μορφήν, έχει εις την ψυχήν τον Απόλλωνα και – όπερ και το σπουδαιότερον – εις την κουζίναν την Πυθίαν, μιαν εύσωμον και νεαρήν Δελφίδα, η οποία έχει ρόδα εις το πρόσωπον και εις τους πόδας τσαρούχια και ευζωνικές κάλτσες!...


Ο ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ